ΕΛΘΝΙΚΙΣΜΟΣ: μια μπροσούρα του Αργύρη Αργυριάδη



Το παρών είναι μια συμβολή στην κατανόηση του ελληνικού εθνικισμού, αποτελεί μια σύνοψη άρθρων, παρεμβάσεων, συνεντεύξεων & ομιλιών, κοκ σε περιοδικά, εφημερίδες, ραδιόφωνα, κλπ μέσα, σχετικά με το φαινόμενο του εθνικισμού, του ρατσισμού, της Χρυσής αυγής και των συντηρητικών κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνονται στην Ελληνική κοινωνία την εποχή της γενικευμένης κρίσης και του ολοκληρωτισμού ως βασική συνθήκης της διαρκής κατάστασης εξαίρεσης μέσω νομοθετημάτων υπό το καθεστώς έκτακτης ανάγκης. 

το κείμενο εδώ -> ΕΛΘΝΙΚΙΣΜΟΣ

Χρυσοί Ασβοί στη Δημοκρατία...

...Το γεγονός της κριτικής της ούτε κατά διάνοια δεν αποτελεί την κριτική των γεγονότων της!

Πριν από το κύκλο αίματος που άνοιξε με επίκεντρο τους Χρυσούς Ασβούς και την ποινική τους δίωξη, η κυρίαρχη γνώμη που ήδη κυκλοφορούσε, διαμέσου του συρφετού των επαγγελματιών διανοουμένων και των «εραστών της τέχνης τους» πολιτικών, μας συνιστούσε με ύφος νουθέτησης ότι η εκμηδένιση των νεοναζί θα προκύψει μονάχα από τους πολιτικούς και κοινωνικούς όρους της Δημοκρατίας. Ύστερα και από τις δύο πρόσφατες δολοφονίες ο αχός της επανήλθε ενισχυμένος. Αυτή η κατ' όνομα σοφία, μία φιλάρεσκη ορθοφροσύνη, θα μπορούσε να κατηγορηθεί για ενσυνείδητη ηλιθιότητα εάν οι συνθήκες που επικρατούσαν στο νεοελληνικό μικρόκοσμο δεν ήταν προφανώς αποσυνθετικές.

Ο πόθος για τους μεγάλους ηγέτες


Οι πρόσφατες τραγελαφικές εικόνες από τη Βενεζουέλα με το πρόεδρο της χώρας Νικολάς Μαδούρο να δηλώνει πως ο εκλιπών προκάτοχός του εμφανίστηκε σε εργάτες του μετρό, παρουσιάζοντας μάλιστα και μια φωτογραφία προς απόδειξη των λεγομένων του, μου έφεραν στο νου τους προ ολίγων μηνών εγχώριους πολιτικούς επικήδειους με αφορμή των θάνατο του Τσάβες. 

Η γενική εκτίμηση που φάνηκε να απολαμβάνει ο εκλιπών συνδέθηκε με ένα μοτίβο εν είδει κοινής διαπίστωσης: ήταν ένας μεγάλος ηγέτης. Ο νοσταλγικός τόνος με τον οποίο άπαντες έντυσαν την παραπάνω φράση, εμφανέστατος. Όλοι προσδοκούν την επαναφορά μεγάλων ηγετών για να «βγάλουν την κατάσταση από το αδιέξοδο». Ξεχνούν φυσικά πως το μέγεθος των σημερινών πολιτικών φαντάζει ασύγκριτα μικρό σε σχέση με αυτούς του παρελθόντος ακριβώς επειδή η ίδια η πολιτική δραστηριότητα έχει υποβαθμιστεί σημαντικά. Το μοντέλο κυριαρχίας στο σύγχρονο κόσμο υπαγορεύει οι κρίσιμες αποφάσεις να λαμβάνονται ερήμην των εκλεγμένων εκπροσώπων, με τους τελευταίους να μετατρέπονται οριστικά σε αναλώσιμες μαριονέτες – ανδρείκελα για να ριχτούν βορά στις λυσσασμένες επιθυμίες του αγανακτισμένου πλήθους. Την ίδια στιγμή που οι καθ’ ύλην υπαίτιοι της πολυεπίπεδης κοινωνικής κρίσης τρίβουν τα χέρια τους από το παρασκήνιο. 

Φιλοσοφικές και πολιτικές προϋποθέσεις ενός ελευθεριακού πολιτικού προγράμματος: δέκα στοιχεία χαρακτήρα


Το παρόν σύντομο σημείωμα φιλοδοξεί να διαλύσει μια ευρέως διαδεδομένη παρανόηση απέναντι στη δυνατότητα διατύπωσης ενός αναρχικού πολιτικού προγράμματος και να θέσει ορισμένους πολιτικούς και φιλοσοφικούς όρους πάνω στους οποίους μπορεί να βασιστεί ένα τέτοιο εγχείρημα. Τα στοιχεία χαρακτήρα ενός επαναστατικού, αντικρατικού και αντικαπιταλιστικού προγράμματος που παρατίθενται δεν αποτελούν θέσεις, αλλά παρατηρήσεις που προσπαθούν να αποσαφηνίσουν έννοιες και να συμβάλουν έτσι σε έναν ανοιχτό διάλογο.

Οι σταυροί μας μοιάζουνε

του Αύγουστο Κορτώ


Μαθαίνεις νωρίς στη ζωή ν’ αποστρέφεις το βλέμμα – απ’ τον γέρο που με σκυφτό κεφάλι θαρρείς περιμένει τον Χάρο, απ’ τον ακρωτηριασμένο ζητιάνο με την αδιανόητη μοίρα του, απ’ τη γυναίκα που κοιμάται στο παγκάκι μ’ όλα της τα υπάρχοντα μες σε φθαρμένες πλαστικές σακούλες. Και είναι ανθρώπινο: καθώς δεν νοείται ύπαρξη χωρίς τον πόνο της, πρέπει κάπως να αμυνθείς ενάντια στον κατακλυσμό της οδύνης που απειλεί να σε πνίξει έτσι κι αφήσεις τις πόρτες της καρδιάς ορθάνοιχτες στα βάσανα των άλλων.

Κι όπως αν υψώσεις τον αντίχειρά σου μπρος στα μάτια σου μοιάζει πιο μεγάλος κι απ’ το βουνό που στέκεται στο βάθος, έτσι και το δικό μας βάσανο, ο σταυρός που κουβαλάμε, φαντάζει ο πιο ασήκωτος του κόσμου – και τις στιγμές της μοναξιάς και του αυτοοικτιρμού αναρωτιόμαστε, μονολογώντας δραματικά, «Γιατί σε μένα;», λες κι ο καημός μας ξεδιάλεξε απ’ όλη την πλάση για να μας επισκεφθεί.

Χορκχάιμερ και Αντόρνο: Ανοιχτή ή αρνητική διαλεκτική;

του Κωνσταντίνου Καβουλάκου


Στη βιβλιογραφία σχετικά με τη σχολή της Φρανκφούρτης γίνεται συχνά λόγος για την «ιστορικοφιλοσοφική στροφή» της κριτικής θεωρίας, ορόσημο της οποίας θεωρείται η Διαλεκτική του διαφωτισμού του 1944 (βλ. χαρακτηριστικά Honneth 1986, 43-69). Ωστόσο, αυτή η στροφή αφορά κατά βάση τον Χορκχάιμερ (Max Horkheimer) και όχι τον Αντόρνο (Theodor W. Adorno), το έργο του οποίου χαρακτηρίζει αξιοσημείωτη συνέχεια από τα πρώτα δοκίμιά του της δεκαετίας του ’30 έως την Αρνητική διαλεκτική και την Αισθητική θεωρία της δεκαετίας του ’60. Πράγματι, για τον Χορκχάιμερ η συγγραφή της Διαλεκτικής του διαφωτισμού σήμανε την τελειωτική εγκατάλειψη του πρώιμου προγράμματος μιας διαλεκτικά διαρθρωμένης «διεπιστημονικής έρευνας» των συνθηκών της σύγχρονης εποχής.[1] Εάν πάρουμε κατά γράμμα την κοινή δήλωση των δύο πρωταγωνιστών της «κλασικής κριτικής θεωρίας» στον “Πρόλογο στην επανέκδοση” της Διαλεκτικής του διαφωτισμού του 1969 ότι «κανένας τρίτος δεν θα μπορούσε να φαντασθεί σε ποιον βαθμό είμαστε και οι δύο μας υπεύθυνοι για κάθε πρότασή» της (Horkheimer και Adorno 1996, 15), τίθεται εκ των πραγμάτων το ερώτημα περί της αλληλεπίδρασης μεταξύ των δύο θεωρητικών που οδήγησε στο κοινό αυτό κείμενο.

Eμείς μιλάμε για αξίες, Eσείς μιλάτε για τιμές


Σε σημερινό του κείμενο ο Πάσχος Μανδραλέλης προσπαθεί να αποδομήσει το σύνθημα που κυριάρχησε μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 και επανήλθε μετά το σπασμένο παρμπρίζ του τρόλεϊ από τους φίλους του παιδιού που πέθανε για ένα εισιτήριο. Ο Πάσχος και οι συν αυτό πιπίλιζαν όλες αυτές τις μέρες τα γνωστά κλισέ "αυτό το παρμπρίζ ποιος θα το πληρώσει τώρα;" ή "ότι θα το πληρώσουμε όλοι μας" και διάφορα τέτοια φαιδρά.

Η κρυφή γοητεία του κεντρικού σχεδιασμού


«Το Ανώτατο Όργανο της Εργατικής Εξουσίας έχει την ευθύνη του Κεντρικού Σχεδιασμού, του δημιουργικού έργου στην οικονομία και σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις, της περιφρούρησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, των διακρατικών σχέσεων. Έχει πλήρεις εξουσίες, νομοθετικές, εκτελεστικές, δικαστικές, τις οποίες οργανώνει αντίστοιχα με επιτελικές δομές»
ΚΚΕ, Θέσεις για το 19ο συνεδρίου, αρ. 98.




Θα έπρεπε κανονικά να είναι αυτονόητο, αν η χρόνια ιδεολογική παραμόρφωση δεν είχε καταφέρει να συσκοτίσει τα νοήματα δημιουργώντας δίπολα εκεί που κανονικά υπάρχουν μόνο ταυτίσεις. Θα ασχοληθούμε εδώ με την ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού και τη σχέση της ευρύτερης ελευθεριακής παράδοσης μαζί της. Το ζήτημα φαντάζει σήμερα περίπλοκο παρότι μια γρήγορη ματιά στην ιστορία της αναρχικής σκέψης θα υπαγορεύσει την ανειρήνευτη πολεμική απέναντι στις κεντροποιητικές πολιτικές αποβλέψεις. Φαίνεται όμως πως η ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού, καταστατικά δεμένη κατά τη γνώμη μας με τον ολοκληρωτισμό, ασκεί μια ιδιάζουσα γοητεία σε ευρύτερα πολιτικά περιβάλλοντα βρίσκοντας συμμάχους ακόμα και εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκει μόνο εχθρούς.

Η «διαλεκτική του κυρίου -και-του-δούλου» από τον Χέγκελ στον Νίτσε

του Φώτη Τερζάκη

Ο Νίτσε δεν είναι εύκολος φιλόσοφος. Οι σπάνιες λογοτεχνικές αρετές της πρόζας του, στις οποίες χρωστάει τη μεγάλη του δημοτικότητα ως συγγραφέας, είναι εκείνο ακριβώς που φορτίζει την κατανόησή του με ανεξάλειπτη πολυσημία κάνοντάς την μιαν αβέβαιη περιπέτεια και απαιτεί δεινές ερμηνευτικές δεξιότητες από τον μελετητή του. Γι’ αυτό και οι παρανοήσεις που μια μεταθανάτια μοίρα τού επιφύλαξε τον έχουν πλήξει περισσότερο από κάθε άλλον φιλόσοφο στην ιστορία. Δεν είναι βεβαίως το θέμα να υπερασπιστούμε έναν «καθαρό» Νίτσε, διότι κανένας φιλόσοφος δεν είναι «καθαρός», αν με αυτό εννοούμε απαλλαγμένος από αμφισημία. Το θέμα είναι να πάμε κόντρα στη μόδα να χρησιμοποιείται ο Νίτσε προς συνηγορία των απόψεων του (σχεδόν) οποιουδήποτε, και αυτό μπορούμε αν το κάνουμε μόνο με έναν τρόπο: φωτίζοντας τη σκέψη του και τις συχνά αινιγματικές ––και σχεδόν πάντοτε προκλητικές–– διατυπώσεις του μέσ’ από την ανασύσταση του συμφραζομένου εκείνου το οποίο είναι από τη φύση του πολύ λιγότερο διφορούμενο, και ως εκ τούτου μπορεί να νοηματοδοτήσει με ασφάλεια πολλά διαμφισβητούμενα σημεία: δηλαδή, το ιστορικό περιβάλλον με το οποίο συνομιλεί και τη φιλοσοφική παράδοση με την οποία, ρητά ή υπόρρητα, διαλέγεται η σκέψη του.

Μερικές εφαρμοσμένες παρατηρήσεις για το σχετικισμό οικονομικού πολιτικού



Ο,τι άποψη κι αν έχει κανείς για τις θέσεις που κατά καιρούς εκφράζει δημοσίως ο Γιάννης Βαρουφάκης, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε την επιστημονική του επάρκεια ούτε την εντυπωσιακή ευστοχία του ως αναλυτή. Ως οικονομολόγος επιδεικνύει έναν ασυνήθιστα υψηλό βαθμό αυτοσυνειδησίας, που σημαίνει, επίγνωση των περιοριστικών ορίων και των αδιευκρίνιστων προϋποθέσεων της επιστημονικής γλώσσας που χειρίζεται, ό,τι συνήθως λείπει από τους επαγγελματίες του κλάδου. Ανάμεσα στους κριτικούς οικονομικούς αναλυτές που η συγκυρία της τρέχουσας κρίσης έχει δικαιολογημένα φέρει στο προσκήνιο,1 ο Γ. Βαρουφάκης είναι ο πιο καθαρόαιμος κεϋνσιανός: πραγματιστής, δεν φαντάζεται ούτε συζητάει μια υπέρβαση της κοινωνίας της αγοράς, αντιλαμβάνεται όμως ότι χωρίς τη σύσταση ισχυρών ρυθμιστικών μηχανισμών μια οικονομία της αγοράς είναι αθεράπευτα έρμαιο καταστροφικών κρίσεων. Αντίστοιχα, δεν φαίνεται να πιστεύει σε συλλογικές αλλαγές που μπορούν να επέλθουν από τη συλλογική δράση των «από κάτω», εναποθέτει απλώς τις ελπίδες του σε έναν ορθολογικότερο σχεδιασμό της κρατικής (και διακρατικής) πολιτικής – εξ ου και η επιλογή του να συνομιλεί με ηγεσίες και διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής.

Πόλεμος


Ο τουρισμός δεν είναι πια αυτό που ήταν· εξελίχθηκε σε μια διαδικασία κατ' εξοχήν πολεμική, ενώ οι χώροι με τα αξιοθέατα περιμένουν τα γκρουπ των επισκεπτών σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Απόδειξη το καταθλιπτικό ύφος των μαζικών μετακινήσεων και τα βεβιασμένα δρομολόγια εδώ κι εκεί προς αναζήτησιν καταφυγίου. Στο λιμάνι της Κέρκυρας, πιθανόν και αλλού, εντοπίζεται αυτό που ονομάζουν, δίχως ίχνος χιούμορ, «Τουριστικό Καταφύγιο», λες και οι παραθεριστές βάλλονται από παντού με πυροβόλα και όλμους.

Η πολιτική ουσία του λαϊκισμού

από το Βιβλίο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου Η ‘Ρωμιοσύνη’ στον παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική του νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού (εκδόσεις Έρασμος 1983)




Α΄

Διανοούμενος «είναι κάποιος που χρησιμοποιεί περισσότερες λέξεις απ’ όσες χρειάζονται, για να πει περισσότερα απ’ όσα ξέρει». Ο αφορισμός ανήκει στον στρατηγό Αϊζενχάουερ και αποδίδει με ακρίβεια όχι μόνο τα δικά του αισθήματα για τους «αυγοκέφαλους» της χώρας του, αλλά και την ενστικτώδη εχθρότητα της πολιτικής εξουσίας γενικά για μια κοινωνική ομάδα ηθικών αντιρρησιών. Τι είναι αυτό που κάνει τους ρεαλιστές πολιτικούς ν’ απεχθάνονται τους διανοούμενους ή πιο σωστά ένα ορισμένο είδος διανοουμένων; Πάνω σ’ αυτό το πρόβλημα η κοινότοπη θετικιστική καταγγελία του «απροσγείωτου ιδεαλισμού» και της «ανευθυνότητας» των διανοουμένων μας αποκαλύπτει πολύ περισσότερα για τους κατηγόρους παρά για τους κατηγορουμένους. Οι διανοούμενοι κατηγορούνται πως «βαδίζουν στα σύννεφα», όταν, και επειδή, αρνούνται να ασκήσουν ένα κοινωνικό λειτούργημα που τους αποδίδεται δεοντολογικά –όταν δεν είναι συνεργάσιμοι με την πολιτική πραγματικότητα.

Ελευθεριακή παιδεία: μέρος δεύτερο



Μαθήματα αυτομόρφωσης
ελευθεριακή παιδεία
μέρος δεύτερο: ενχειρήματα ελευθεριακής εκπαίδευσης  


Ελευθεριακή Παιδεία : πρώτο μέρος



Μαθήματα αυτομόρφωσης
ελευθεριακή παιδεία
μέρος πρώτο: οι θεωρητικές προσεγγίσεις της ελευθεριακής εκπαίδευσης  

Δεν θέλουμε να κυβερνήσουμε


  του Αντώνη Δ.  

‘’Είμαι απολύτως ευγνώμων στους μαλάκες που τα προκάλεσαν όλα αυτά.  
Γιατί από δω και πέρα οι πολίτες δεν θα είναι ποτέ τόσο ενδοτικοί  
όσο ήταν στο παρελθόν. Στο λέω, είμαι 74 ετών και έχω δει  
πολλούς πολέμους, από τους οποίους έχω βγει καλύτερη και δυνατότερη. 
 Όταν δεν υπάρχει κρίση, απλώς απολαμβάνεις τη χαρά ενός χαζού.  
Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις κρίσεις για να ξαναγεννιόμαστε’’ 
Λέονορ, μέλος των συνελεύσεων γειτονιάς στην Αργεντινή


Στην δραματουργία της καθημερινότητας (E. Goffman), κρύβονται συχνά μικρές γραφικές αλήθειες, που πολλές φορές δεν τολμάμε να ξεστομίσουμε από φόβο μην μας πουν αφελείς, από φόβο μην μας κατηγορήσουν ότι εμμένουμε στα δεδομένα, στα εύκολα. Κι όμως σ’αυτά τα εύκολα, κρύβεται η οντολογική αυταξία της ιδεολογικής μας βάσης˙ σ’αυτά τα ‘’δεδομένα’’ κρύβονται οι πολυπόθητες προτάσεις, που ποτέ δεν παρουσιάσαμε επίσημα, με τη μορφή ενός δομημένου πολιτικού προγράμματος˙  ίσως γιατί στη σκέψη και μόνο της άρθρωσής του, βλέπαμε στον καθρέφτη, την έννοια της πρότασης εξουσίας ή ακόμα γιατί ‘’οι προτάσεις μας είναι ο τρόπος ζωής μας’’, που όπως αυθαίρετα πιστεύαμε, μπορεί να γίνει κατανοητός από όλους.  

Ασκήσεις ολοκληρωτισμού VI: Να κάνουμε το δίκαιο ανάγκη


Απόρροια του διττού/πλαστού χαρακτήρα των αστικών καθεστώτων που διχάζονται συνεχώς ανάμεσα στην υπεράσπιση των κανόνων της ανταγωνιστικής αγοράς από τη μία και των στοιχειωδών κανόνων κοινωνικής δικαιοσύνης από την άλλη, είναι και το στοιχείο που ο Μαρξ παρατηρεί στη «18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»: όλα τα αστικά συντάγματα προβλέπουν δύο κοινοβουλευτικά σώματα, την άνω και την κάτω βουλή, η άνω Βουλή θεσμοθετεί τα δικαιώματα όλων των πολιτών για να έρθει η κάτω να θέσει τόσες προϋποθέσεις και τροποποιητικούς όρους που το καθολικό δικαίωμα μετατρέπεται σε προνομιακό όρο μόνο της κυρίαρχης τάξης. Χαρακτηριστικότερα όλων, το δικαίωμα της τροφής, της υγείας και της στέγασης, που κατά το σύνταγμα όλοι δικαιούνται, αλλά που μόνο δια μέσου και σεβόμενοι το υπέρτερο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και τους κανόνες της αγοράς μπορούν να έχουν. Όταν το δικαίωμα στην τροφή ή τη στέγαση έρχεται σε σύγκρουση με το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, υπερισχύει πάντα το δεύτερο ακόμα και αν έτσι θίγετε τελικά το δικαίωμα στην ίδια τη ζωή. Με άλλα λόγια, τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι το ψέμα, η ιδεολογία του αστικού κράτους και της τάξης που το έφτιαξε. Και εδώ χρησιμοποιούμε τον όρο ιδεολογία με το ακριβές περιεχόμενο που του έδωσε ο Μαρξ. Ένα πλαστό σχήμα συνολικής περιγραφής του πραγματικού, φιλόδοξο τόσο, ώστε να προβάλλεται και να επιβάλλεται ως πραγματικότητα, αποκρύπτοντας ταυτόχρονα τις σχέσεις κυριαρχίας που το θεμελιώνουν και του οποίου αποτελούν καταστατική προϋπόθεση.

Τα λέμε όλα αυτά γιατί ενώ από πολλούς έχει αναλυθεί χωρίς σοβαρό αντίλογο πως η γλώσσα των δικαιωμάτων είναι η νομιμοποιητική γλώσσα του αστικού κράτους, τελευταία η αριστερή φιλολογία επιμένει στη διατύπωση ενός λόγου με πύρινα τα ανθρώπινα δικαιώματα ως έσχατο όριο αντίστασης, όπως λέει στον σύγχρονο αυταρχισμό και στο νέο ολοκληρωτικό κράτος. Και εδώ δεν πρόκειται φυσικά για την ευφυή εκείνη στρατηγική που θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι πολέμα τον εχθρό με τα δικά του μέσα. Γιατί αυτή η στρατηγική θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να ήταν αποτελεσματική στο βαθμό που αντιλαμβανόταν πως αυτή η γλώσσα των δικαιωμάτων αποτελεί την ιδεολογική ασπίδα του εχθρού της, την οποία χρησιμοποιεί εργαλειακά για να αποκαλύψει το ψεύδος των αντιπάλων της. Ένας αντιπερισπασμός που θα αποκάλυπτε πως τα ίδια τα αστικά κράτη είναι οι μεγαλύτεροι παραβάτες διατάξεων που θεσπίζουν. Αντίθετα, η αριστερή διανόηση αρθρογραφεί αντιλαμβανόμενη τα δικαιώματα ως πανανθρώπινη αρχή που στέκονται πέρα από συμφέροντα, επιδιώξεις και παραμορφωτικές ιδεολογικές στρεβλώσεις.

Για να το πούμε με το όνομά του. Ο εγκλωβισμός στη λογική υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όχι μόνο αποτελεί αποδοχή των όρων κυριαρχίας της εξουσίας, δηλαδή των κυρίαρχων τάξεων να ορίζουν μονομερώς τους όρους ζωής μας, αλλά και αποδοχή του θεμελιακού πεδίου πολιτικής αντιπαράθεσης του σύγχρονου ολοκληρωτισμού. Από τη στιγμή δηλαδή που στη θέση της ανάγκης, της αναπαλλοτρίωτης ανθρώπινης επιθυμίας και θέλησης πήρε το δικαίωμα, κάθε αντίσταση είναι δυνητικά παράνομή. Σε συνθήκες που το αστικό κράτος ορίζει μονομερώς το νόμο, κυβερνώντας με συνεχείς αντισυνταγματικές παρεμβάσεις, τη στιγμή που επικαλείται διαρκώς την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και εξαίρεσης για να καταργήσει τα δικαιώματα που το ίδιο είχε κατοχυρώσει, η πολιτική που φαντάζεται πως μπορεί να στήσει δικανικό οδόφραγμα στην βαρβαρότητα προδίδει είτε αφέλεια είτε πολιτικό σχέδιο εξαπάτησης.

Καρλ Μαρξ: 9 σημεία οπτικής και κριτικής


Μαθήματα Αυτομόρφωσης: Καρλ Μαρξ 


Λίγα λόγια για τα μαθήματα αυτομόρφωσης...

Το κατεστημένο σύστημα παιδείας, αυτό που σήμερα ονομάζεται δημόσια κρατική εκπαίδευση, επιβάλλει τη διαμόρφωση προσωπικοτήτων σύμφωνα με τις ανάγκες του αστικού κράτους, προωθώντας αρχικά τα πατριωτικά στερεότυπα και εν συνεχεία εκπαιδεύοντας με τέτοιο τρόπο, ώστε να ''δημιουργήσει'' εργαζόμενους, που θα απορροφηθούν από τον καπιταλιστικό ιστό της παραγωγής και της κατανάλωσης. Έτσι, αποτελεί έναν θεσμό συγκροτημένο σε περιεχόμενο και μορφή, ώστε να αναπαράγει το υφιστάμενο καθεστώς κυριαρχίας, εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού. Σε αντίθεση με τα παραπάνω, η επιθυμία για γνώση και η ανάγκη για απελευθέρωση από τους υπάρχοντες εκπαιδευτικούς θεσμούς, μας οδήγησε στη δημιουργία των μαθημάτων αυτομόρφωσης.

Σκοπός μας είναι η συλλογική έρευνα από τα κάτω προκειμένου να δημιουργηθούν νέες δομές μετάδοσης της γνώσης, η αποδέσμευση από στεγανά και μισαλλοδοξίες και η αντίσταση στην εκπαιδευτική αλλοτρίωση. Έτσι, τα μαθήματα αυτομόρφωσης συνιστούν μια συλλογική, απελευθερωτική διαδικασία, απέναντι στη θεσμισμένη  ιεραρχική σχέση ''δασκάλου- μαθητή'', φιλοδοξώντας να συμβάλλουν στην όξυνση της κριτικής σκέψης του ατόμου απέναντι στην πνευματική υποταγή του σε εξουσιαστικά δόγματα. Ειδικότερα είναι μια προσπάθεια αντιπαράθεσης με τον κρατικό θεσμό στην μικρή κλίμακα, ενώ κυρίως είναι μια δράση τόσο κριτικής και αμφισβήτησης της κυρίαρχης γνώσης, όσο και επανανοηματοδότησης και ανασύνθεσης της γνώσης από όσους συμμετέχουν.

Στόχος μας είναι η γνώση να πηγάζει και να μεταδίδεται από όλους εμάς τους από κάτω, ανάλογα με τις ανάγκες και τις αναζητήσεις μας, σπάζοντας την αυθεντία των ειδικών, το επιστημονικό αλάθητο του ακαδημαϊσμού και το μονοπώλιο της εκπαίδευσης από την εξουσία με όλους τους περιορισμούς που αυτή βάζει. Θεωρούμε ότι είναι μια διαρκής και εξελισσόμενη διαδικασία που με την ενεργητική συμμετοχή όλο και περισσότερο ανθρώπων, όχι μόνο μπορεί να εμπλουτίσει το πεδίο της γνώσης που αφορά τους καταπιεσμένους και εκμεταλλευόμενους, να διευρύνει τη δυνατότητα για δημιουργία ενός νέου θεσμού παιδείας, αλλά και να καταστήσει τη γνώση ως ένα ακόμη απελευθερωτικό μέσο.

Άνθρωπος και ζώο

Εδώ και περίπου ενάμιση χρόνο, έχει κυκλοφορήσει σε μετάφραση της Ελένης Βαχλιώτη και από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, το βιβλίο του Mark Rowlands, «Ο Φιλόσοφος και ο Λύκος: Τι μας διδάσκει η Άγρια Φύση για την Αγάπη, το Θάνατο και την Ευτυχία». Όταν ο Mark Rowlands ήταν 27 ετών, λέκτορας στη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, αγόρασε ένα κουτάβι λύκου. Αυτή ήταν η αρχή μιας σχέσης καθοριστικής για τη ζωή του φιλοσόφου και καταλυτικής στη διαμόρφωση της σκέψης του. Το βιβλίο αρχίζει με την εξουθενωτική ενεργητικότητα του Μπρένιν όταν ήταν κουτάβι και τελειώνει με τον θάνατό του, 11 χρόνια αργότερα. Πρόκειται για την εντυπωσιακή μαρτυρία μιας φιλίας που ξεπέρασε τα όρια των διαφορετικών ειδών και συγχρόνως για μια συγκλονιστική ανάλυση της χαράς, της δύναμης και της ουσίας της ανθρώπινης φύσης.



Μύθοι και πραγματικότητα στην εκφορά του εξουσιαστικού λόγου: Ανομία


του Αργύρη Αργυριάδη

«Δεν θα επιτρέψουμε στις δυνάμεις της ανομίας και του χάους, να ανακόψουν την πορεία της χώρας προς την ανάκαμψη» Ν. Δένδιας


Μια από της δυνατότητες της εξουσίας λόγο της ισχύος της, είναι η δημιουργία νοημάτων ή καλύτερα επανα-νοηματοδότησης με στόχο την συμμόρφωση. Αυτό συμβαίνει συνεχώς στην εκφορά του κυριάρχου λόγου διαμέσου νεολογισμών, λεκτικών αλμάτων ή άλλων νοηματικών ιδεολογικών χειρισμών.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την λέξη ανομία η οποία κατ’ εξακολούθηση έρχεται να περιγράψει το σύγχρονο καθεστώς έκτακτης ανάγκης και να ταυτοποιήσει ως εσωτερικό εχθρό τους παρεκκλίνοντες, δηλαδή όσους αντιστέκονται. Η νομιμότητα ως εκφορά του λόγου έρχεται να παρουσιάσει το αλλότριο - το διαφορετικό και να το ποινικοποιήσει προσδιορίζοντας το προσχηματικά ως άνομο με στόχο την επίτευξη της μη κανονικότητας που ενεργοποιεί το καθεστώς εξαίρεσης.

Μια κριτική στο κυρίαρχο επιστημονικό παράδειγμα


Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τη συλλογικότητα "Μαύρο Πιπέρι" και καταπιάνεται με ένα ζήτημα που με απασχολεί έντονα. Δημοσιεύσεις με θέμα την κριτική της σύγχρονης επιστήμης υπάρχουν ήδη σε αυτό το blog εδώ (1,2,3). Θα ακολουθήσουν και άλλες με την ίδια θεματική. Στόχος είναι να ξεκινήσει ένας πραγματικός διάλογος που μέχρι σήμερα δυστυχώς δε μπορεί να γίνει. Οι περισσότεροι φίλοι αντιμετωπίζουν αυτές τις θέσεις με τρομακτική λεκτική βιαιότητα, είναι από την πρώτη στιγμή επικριτικοί και αφοριστικοί. Επιμένω όμως στο θέμα γιατί θεωρώ την ιδεολογία της σύγχρονης επιστήμης την πλέον αχαρτογράφητη περιοχή της θεωρίας και ίσος τον ισχυρότερο εχθρό όχι μόνο του επαναστατικού κινήματος αλλά και της ίδιας της ανεξάρτητης σκέψης. Περιμένω κείμενα, κριτικές, σχόλια και δεσμεύομαι ότι όλα θα δημοσιευτούν. 

Η κοινωνία ενάντια στο κράτος

του pierre clastres


Οι πρωτόγονες κοινωνίες είναι κοινωνίες χωρίς κράτος: αυτή η πραγματολογική κρίση, σωστή καθεαυτή, υποκρύπτει στην πραγματικότητα μια γνώμη, μια αξιολογική κρίση, η οποία κλονίζει παρευθύς τη δυνατότητα να συσταθεί μια πολιτική ανθρωπολογία ως αυστηρή επιστήμη. Αυτό που στην ουσία δηλώνεται είναι ότι οι πρωτόγονες κοινωνίες στερούνται κάτι -το κράτος- το οποίο, όπως και σε κάθε άλλη κοινωνία -τη δική μας, λόγου χάρη- τους είναι απαραίτητο. Επομένως, οι κοινωνίες αυτές είναι λειψές, δεν είναι εντελώς αληθινές κοινωνίες -δεν είναι εκπολιτισμένες- υπάρχουν βιώνοντας, οδυνηρά προφανώς, μια έλλειψη -την έλλειψη του Κράτους- την οποία πασχίζουν, μάταια πάντα, να καλύψουν. Περισσότερο ή λιγότερο συγκεχυμένα, αυτό ακριβώς λένε τα χρονικά των περιηγητών ή οι εργασίες των ερευνητών: δεν μπορούμε να σκεφθούμε την κοινωνία χωρίς το κράτος, το κράτος είναι το πεπρωμένο κάθε κοινωνίας. Η προσέγγιση αυτή προδίδει μια προσκόλληση εθνοκεντρικού χαρακτήρα ασυνείδητη τις περισσότερες φορές και γι' αυτό ιδιαίτερα αμετακίνητη. Το άμεσο, αυθόρμητο σημείο αναφοράς είναι, αν όχι αυτό που γνωρίζουμε καλύτερα, πάντως αυτό που μας είναι πιο οικείο. Πράγματι, καθένας μας φέρει μέσα του, εσωτερικευμένη σαν την πίστη του πιστού, τη βεβαιότητα ότι η κοινωνία υπάρχει για το κράτος. Πώς λοιπόν να συλλάβουμε την ίδια την ύπαρξη των πρωτόγονων κοινωνιών, όχι σαν κάποιου είδους "αποπαίδια" της παγκόσμιας ιστορίας, σαν αναχρονιστικές επιβιώσεις ενός μακρινού σταδίου που οπουδήποτε αλλού έχει προ πολλού ξεπεραστεί; Αναγνωρίζει κανείς εδώ το άλλο πρόσωπο του εθνοκεντρισμού, τη συμπληρωματική του πεποίθηση ότι η ιστορία είναι μονόδρομη, ότι όλες οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να ενταχθούν σ' αυτή την ιστορία και να διατρέξουν τα στάδια εκείνα, που από την αγριότητα οδηγούν στον πολιτισμό. "Όλοι οι πολιτισμένοι λαοί υπήρξαν άγριοι", γράφει ο Raynal. Όμως η πιστοποίηση μιας πρόδηλης εξέλιξης δεν μπορεί να θεμελιώσει ένα δόγμα το οποίο, προσδένοντας αυθαίρετα το καθεστώς του πολιτισμού στον πολιτισμό του κράτους, ορίζει το κράτος ως απαραίτητο πέρας κάθε κοινωνίας. Μπορούμε τότε να αναρωτηθούμε τι έχει καθηλώσει τους τελευταίους λαούς που εξακολουθούν να είναι άγριοι.