Η κρυφή γοητεία του κεντρικού σχεδιασμού


«Το Ανώτατο Όργανο της Εργατικής Εξουσίας έχει την ευθύνη του Κεντρικού Σχεδιασμού, του δημιουργικού έργου στην οικονομία και σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις, της περιφρούρησης της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, των διακρατικών σχέσεων. Έχει πλήρεις εξουσίες, νομοθετικές, εκτελεστικές, δικαστικές, τις οποίες οργανώνει αντίστοιχα με επιτελικές δομές»
ΚΚΕ, Θέσεις για το 19ο συνεδρίου, αρ. 98.




Θα έπρεπε κανονικά να είναι αυτονόητο, αν η χρόνια ιδεολογική παραμόρφωση δεν είχε καταφέρει να συσκοτίσει τα νοήματα δημιουργώντας δίπολα εκεί που κανονικά υπάρχουν μόνο ταυτίσεις. Θα ασχοληθούμε εδώ με την ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού και τη σχέση της ευρύτερης ελευθεριακής παράδοσης μαζί της. Το ζήτημα φαντάζει σήμερα περίπλοκο παρότι μια γρήγορη ματιά στην ιστορία της αναρχικής σκέψης θα υπαγορεύσει την ανειρήνευτη πολεμική απέναντι στις κεντροποιητικές πολιτικές αποβλέψεις. Φαίνεται όμως πως η ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού, καταστατικά δεμένη κατά τη γνώμη μας με τον ολοκληρωτισμό, ασκεί μια ιδιάζουσα γοητεία σε ευρύτερα πολιτικά περιβάλλοντα βρίσκοντας συμμάχους ακόμα και εκεί που κανονικά θα έπρεπε να βρίσκει μόνο εχθρούς.

Η «διαλεκτική του κυρίου -και-του-δούλου» από τον Χέγκελ στον Νίτσε

του Φώτη Τερζάκη

Ο Νίτσε δεν είναι εύκολος φιλόσοφος. Οι σπάνιες λογοτεχνικές αρετές της πρόζας του, στις οποίες χρωστάει τη μεγάλη του δημοτικότητα ως συγγραφέας, είναι εκείνο ακριβώς που φορτίζει την κατανόησή του με ανεξάλειπτη πολυσημία κάνοντάς την μιαν αβέβαιη περιπέτεια και απαιτεί δεινές ερμηνευτικές δεξιότητες από τον μελετητή του. Γι’ αυτό και οι παρανοήσεις που μια μεταθανάτια μοίρα τού επιφύλαξε τον έχουν πλήξει περισσότερο από κάθε άλλον φιλόσοφο στην ιστορία. Δεν είναι βεβαίως το θέμα να υπερασπιστούμε έναν «καθαρό» Νίτσε, διότι κανένας φιλόσοφος δεν είναι «καθαρός», αν με αυτό εννοούμε απαλλαγμένος από αμφισημία. Το θέμα είναι να πάμε κόντρα στη μόδα να χρησιμοποιείται ο Νίτσε προς συνηγορία των απόψεων του (σχεδόν) οποιουδήποτε, και αυτό μπορούμε αν το κάνουμε μόνο με έναν τρόπο: φωτίζοντας τη σκέψη του και τις συχνά αινιγματικές ––και σχεδόν πάντοτε προκλητικές–– διατυπώσεις του μέσ’ από την ανασύσταση του συμφραζομένου εκείνου το οποίο είναι από τη φύση του πολύ λιγότερο διφορούμενο, και ως εκ τούτου μπορεί να νοηματοδοτήσει με ασφάλεια πολλά διαμφισβητούμενα σημεία: δηλαδή, το ιστορικό περιβάλλον με το οποίο συνομιλεί και τη φιλοσοφική παράδοση με την οποία, ρητά ή υπόρρητα, διαλέγεται η σκέψη του.

Μερικές εφαρμοσμένες παρατηρήσεις για το σχετικισμό οικονομικού πολιτικού



Ο,τι άποψη κι αν έχει κανείς για τις θέσεις που κατά καιρούς εκφράζει δημοσίως ο Γιάννης Βαρουφάκης, δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε την επιστημονική του επάρκεια ούτε την εντυπωσιακή ευστοχία του ως αναλυτή. Ως οικονομολόγος επιδεικνύει έναν ασυνήθιστα υψηλό βαθμό αυτοσυνειδησίας, που σημαίνει, επίγνωση των περιοριστικών ορίων και των αδιευκρίνιστων προϋποθέσεων της επιστημονικής γλώσσας που χειρίζεται, ό,τι συνήθως λείπει από τους επαγγελματίες του κλάδου. Ανάμεσα στους κριτικούς οικονομικούς αναλυτές που η συγκυρία της τρέχουσας κρίσης έχει δικαιολογημένα φέρει στο προσκήνιο,1 ο Γ. Βαρουφάκης είναι ο πιο καθαρόαιμος κεϋνσιανός: πραγματιστής, δεν φαντάζεται ούτε συζητάει μια υπέρβαση της κοινωνίας της αγοράς, αντιλαμβάνεται όμως ότι χωρίς τη σύσταση ισχυρών ρυθμιστικών μηχανισμών μια οικονομία της αγοράς είναι αθεράπευτα έρμαιο καταστροφικών κρίσεων. Αντίστοιχα, δεν φαίνεται να πιστεύει σε συλλογικές αλλαγές που μπορούν να επέλθουν από τη συλλογική δράση των «από κάτω», εναποθέτει απλώς τις ελπίδες του σε έναν ορθολογικότερο σχεδιασμό της κρατικής (και διακρατικής) πολιτικής – εξ ου και η επιλογή του να συνομιλεί με ηγεσίες και διαμορφωτές της παγκόσμιας πολιτικής.