Τρία σχόλια περί “αλλαγής”


/#1 αλλαγή εποχής/

«Δεν ξέρω αν είναι επιβαρυντικό, αλλά ήμουν όντως στην ΚΝΕ μαζί με τον Λοβέρδο… Ήταν η εποχή κύριε Κασιδιάρη»

Θέμος Αναστασιάδης, στην επιτροπή της Βουλής

Τώρα είναι μια άλλη εποχή κύριε Κασιδιάρη. Τα μπράτσα της νεότητας στιγματίζονται με αγκυλωτούς εφιάλτες, οι πρόσφυγες πνίγονται στον υγρό τάφο του Αιγαία ή εξοντώνονται από αναθυμιάσεις σε θαλάμους αερίων μέσα σε μεταμοντέρνα στρατόπεδα φιλοξενίας· η φιλανθρωπία απελευθερώνει! Επιστρέψατε πια για τα καλά, κύριε Κασιδιάρη, επιστρέψατε «και η γη τρέμει», σαν «λύκοι μπήκατε στα κοινοβούλια των “αμνών”». Η γαλαντομία με την οποία σας αγκαλιάζουν οι «πρώην κνίτες» είναι το μέτρο τις δική σας υπεροπλίας. Ξοφλημένοι πια, έμποροι μιας διαρκούς απάτης, κομιστές της δυσοσμίας απ’ το σβησμένο πούρο του λάιφ στάιλ που πασχίζουν να πλασάρουν για άρωμα πολυτελές, πουλούν σήμερα τη δική σας ιδεολογία γιατί, δήθεν, …αυτά θέλει ο κόσμος. «Οι σταλινικοί του χτες γίναν οι αντικομουνιστές του σήμερα» (Γ. Λυκιαρδόπουλος). Τώρα πλέετε πρίμα, κύριε Κασιδιάρη, πάνω στο ανάστροφο κύμα της ιστορίας και όλοι δουλεύουν για το σκοπό σας. Οι σοσιαλδημοκράτες έπνιξαν πάλι τη Ρόζα στα νερά του Σπρεε, υλοποιούν το πρόγραμμά σας στο όνομα του κινδύνου σας (τι εμπαιγμός!) ενώ σύσσωμες οι υπερδυνάμεις, αλλάζοντας φρουρά ή εμμένοντας, χορεύουν το χορό των ηρώων σας. Ποιος θα σας αντισταθεί;

/#2 αλλαγή φρουράς/

Η βαρβαρότητα προελαύνει σαν ψυχαγωγικό σόου. Δεν φορά πια τη μπότα της Βέρμαχτ ούτε βαδίζει στο ρυθμό του στρατιωτικού εμβατηρίου. Δημοκρατικά εκλεγμένη, τοποθετεί αιμοσταγείς στρατηγούς σε υπουργικές καρέκλες την ίδια στιγμή που χαριεντίζεται με την παρουσιάστρια της μεσημεριανής ζώνης. Διατάζει βομβαρδισμούς αμάχους με τιτιβίσματα κινητού τηλεφώνου ενώ με το άλλο χέρι αγκαζάρει χορεύοντας συνοδό πλαστικής ευτελείας. Υπογράφει εκτοπίσεις αντιφρονούντων εν μέσω πιπεράτων σχολίων για τις ερωτικές επιδόσεις του δούκα του Ουελινγκτον. Διακηρύσσει την ανωτερότητα της αρίας φυλής αραδιάζοντας ανέκδοτα που προκαλούν αυθόρμητες κονσέρβες γέλιου και χειροκροτημάτων. Σήμερα όλα δείχνουν σαχλά, για αυτό είναι και πιο επικίνδυνα.

Στον αντίποδα, η αγανακτισμένη σοβαροφάνεια της βιομηχανίας του θεάματος (Χόλιγουντ) οργίζεται με την αλλαγή· βγαίνει στα κάγκελα για να καταγγείλει την προεδροποίηση της μαριονέτας, κι ας ξέρει πως αυτή η μαριονέτα αποτελεί το έσχατο προϊόν της κοινωνίας του θεάματος. Φαινομενικά, έχουμε μπροστά μας έναν νέο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ της υποψιασμένης γκλαμουρίας των εφέ δισεκατομμυρίων (με ολίγη από κοινωνική, φιλοζωική και οικολογική ανησυχία) έναντι μιας αφτιασίδωτης και ωμής επίδειξης χρήματος. Το ότι η πρώτη έχει καταφέρει να εδραιώσει την ιδεολογική της ηγεμονία και δια αυτής να κατηγοριοποιεί τη δεύτερη ως «κιτς», δεν έχει καμία ουσιώδη αξία καθώς η ιστορία του θεάματος μας έχει διδάξει το πόσο δραματικά μπορούν να αντιστραφούν εντός της οι όροι του δίπολου “σοβαρό — ευτελές” (παίρνοντας, λόγου χάρη, αντίστοιχα τις αληθοτιμές “διεφθαρμένο — αυθεντικό”). Παραμένουμε λοιπόν θεατές ενός θεαματικού εμφυλίου, στον οποία μια ολόκληρη κοινωνία «οφείλει» να πάρει θέσει και στον οποίο προβάλλονται υποθετικές ή/και βάσιμες πολιτισμικές και ταξικές αντιθέσεις. Εδώ είναι όμως το κλειδί της παγίδευσης καθώς η θεαματική δημοκρατία έχει από καιρό αντιστρέψει πλήρως τους όρους του παιχνιδιού αποσπώντας συναίνεση μέσα από την ψευδαίσθηση της ψηφοφορίας. Έτσι, ο μέσος θεατής παρακολουθεί ακριβοπληρωμένους κομπάρσους να διαπληκτίζονται διαρκώς σε απευθείας μετάδοση υποκρινόμενοι πως αντιμάχονται για κάτι που τον αφορά· ενώ στην πραγματικότητα δεν δίνουν για δαύτον δεκάρα τσακιστή. Όταν η ένταση της λήψης φεύγει, όταν ο σκηνοθέτης διατάζει brake, οι αντιμαχόμενοι κομπάρσοι γελούν στα παρασκήνια μαζί με τους εντολείς τους για το πόσο κατάφεραν να κρατήσουν ζωντανή τη διέγερση του θεατή. Σε αυτό το διαρκές ριάλιτι σόου, ο δήθεν συλλογικός αξιολογητής, αυτός ο περίφημος «μέσος» τηλεθεατής — ψηφοφόρος, είναι ο πραγματικός στόχος και των δύο στρατοπέδων. Βιώνουμε μια καθολική μορφή λαϊκισμού (με την πλήρη σημασία του όρου) που μας πουλάει εικονική πραγματικότητα ως τη μόνη νόμιμη μορφή φαντασίας (ζωής) καλώντας μας να επιλέξουμε ανάμεσα σε κατοπτρικές εκδοχές της ίδιας αδιάφορης γελοιότητας. Στον εικονικό εμφύλιο της διεστραμμένης επίδειξης δισεκατομμυρίων, εκεί που ξεφτιλίζεται εδώ και δεκαετίες κάθε έννοια ανθρωπινότητας, η επικράτηση του prime time έναντι του trash tv (ή το αντίστροφο) μας είναι παντελώς αδιάφορη. Η απεμπλοκή από την δέσμευση του τηλεκοντρόλ, που εξ αιτίας ενός ακατανόητου λεκτικού φασισμού ονομάζουμε ακόμα δημοκρατία, είναι πιο επιβεβλημένη από ποτέ. Στην εποχή μας άλλωστε, η δημοκρατία δεν είναι πολίτευμα είναι προκατάληψη.

Θα πείτε, πως εδώ είμαστε αντιμέτωποι ενός υπαρκτού διλήμματος που σκιαγραφείται από την αντίθεση προστατευτισμού ή παγκοσμιοποίησης. Το ερώτημα που πρέπει να τεθεί δεν είναι αν αυτή η στρατηγική αντιπαράθεση είναι πραγματική ή εικονική, αλλά για το αν αφορά (ως τέτοια) την ανθρωπότητα των καταπιεσμένων· που είναι και η μόνη ανθρωπότητα για την οποία αξίζει να προβληματίζεται κανείς. «Μας αφορά» θα πει αυθόρμητα ο ένας «γιατί πρέπει με κάθε μέσο να κλείσουμε το δρόμο στους νέους φύρερ». Ο διπλανός σύντροφος εξεγείρεται, «οι νέοι συσχετισμοί είναι η ελπίδα μας για να απαλλαγούμε από τις ασφυκτικές θηλιές της παγκοσμιοποίησης και από τα αρπακτικά των διεθνών χρηματοσυμοριτών». Διχασμένη, άοπλη και αποσβολωμένη, η κοινωνία των από τα κάτω παρακολουθεί το ντέρμπι «σαν τους ανάπηρους που βλέπουνε αγώνα», τζογάροντας με πάθος· το παιχνίδι είναι όμως στημένο. Αν είναι πάλι να “πεθάνουν οι λαοί για τ΄ αφέντη το ψωμί” ίσως θα ήταν σοφότερο, να διαβάσουμε καλύτερα τα διδάγματα της ιστορίας, για να μην αφήσουμε τον εικοστό πρώτο αιώνα να νοτίσει ξανά το χώμα με το αίμα των ανθρώπων. Σε μια ανθρωπότητα που οι οκτώ πλουσιότεροι ιδιοκτήτες κατέχουν αξίες ίσες με τρισίμιση δισεκατομμύρια ανθρώπους είναι νομίζετε λογικό να διαφωνούμε, να στρατευόμαστε πίσω τους ή και να σκοτωνόμαστε για το πια από τις δύο στρατηγικές είναι προτιμότερη για το ξεπέρασμα της κρίσης τους, για το ποια θα οδηγήσει γρηγορότερα στην απρόσκοπτη συνέχισης του μέλλοντος της δικής μας εκμετάλλευσης;

/#3 αλλαγή;/

Δυο χρόνια πέρασαν από το βράδυ της νέας «αλλαγής» και η αποτίμηση της αριστερής διακυβέρνησης μας φέρνει αντιμέτωπους με το γνωστό μαρξικό δίπολο περί τραγωδίας και φάρσας. Δεν πρόκειται για μια φιλολογική διαμάχη αλλά για μια ουσιώδη απόφαση. Αν εξακολουθούμε να ερμηνεύουμε την περίοδο που ζούμε ως τραγωδία και δεν αντιλαμβανόμαστε —έστω και κατόπιν εορτής— ότι επρόκειτο εξ αρχής για φάρσα, τότε δεν έχουμε καμία ελπίδα φυγής, καθώς το μόνο που μας μένει είναι να γράφουμε ασυνείδητα το σενάριο της επόμενης φαρσοκωμωδίας. Όπως όμως μας διδάσκει ο γνωστός μύθος του Αισώπου, η κατ’ εξακολούθηση φάρσα παύει προοδευτικά να συγκινεί το πόπολο και οι εμπνευστές της μένουν μόνοι στην άνυδρη έρημο του πραγματικού. Ένας μοναχικός χορός με τους λύκους (του κυρίου Κασιδιάρη) θα γράψει την τελική έκβαση της ιστορίας αν συνεχίσουμε την πολιτική της φάρσας. Για αυτό και το «ζητείται αυτοκριτική» είναι στην μέρες μας συνώνυμο του «ζητείται ελπίς».

Αριστερά και ευδοκίμηση της μετριότητας


Ι

Ο «Δρόμος της Αριστεράς» της 27-5-2017 σελ.23 αναδημοσιεύει άρθρο του Γιώργου Παπαδόπουλου-Τετράδη με τίτλο «Ποιος αποβλακώνει περισσότερο, το Survivor ή το πολιτικό σύστημα;». Ο συγκεκριμένος αρθρογράφος έχει την πεποίθηση ότι «Το Survivor σαρώνει σε προτίμηση ακόμα και τις χτεσινές ειδήσεις για το χρέος και τη δόση. Αλλά, σ’ αυτό δε φταίει το Survivor». Μια εκτίμησή του συνίσταται στο ότι «Το Survivor σαρώνει γιατί ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού προτιμάει τους ήρωες της οικογένειάς του και της διπλανής πόρτας από τους απατεώνες της δημόσιας ζωής που παριστάνουν τους ήρωες. Και μ’ αυτή την έννοια το Survivor είναι πιο καθαρό απ’ το βρώμικο πολιτικοοικονομικό παιχνίδι. Αποβλακώνει; Το βέβαιο είναι ότι είναι πιο ανώδυνο από την πολιτική και κοινωνική αποβλάκωση που φέρνει το πολιτικό σύστημα». Συνεχίζοντας κακίζει, μεταξύ των άλλων, τους «διανοούμενους» και «ελιτιστές», τους οικτίρει επειδή «Λυσσάνε ενάντια στο Survivor» μια και «Οι Έλληνες έχουν διαλέξει. Είναι με τους μαχητές και όχι με τους μασητές», θεωρώντας έναν συγκεκριμένο παίκτη του Survivor ως «πρότυπο δυνατού, πρωτόγονου αγωνιστή του περασμένου και προπερασμένου αιώνα, για μια κοινωνία που αδυνατεί να συντονιστεί με το σήμερα και να προχωρήσει στο αύριο».

Επομένως, σύμφωνα με τις απόψεις του προαναφερόμενου αρθρογράφου, τις οποίες ο «Δρόμος της Αριστεράς» έσπευσε να προβάλει στους έκπληκτους αναγνώστες του, οι παίκτες του Survivor είναι «μαχητές», «αγωνιστές», «ήρωες της διπλανής πόρτας», γι’ αυτό και τους αντιπαραθέτει στους «μασητές» του «βρώμικου πολιτικοοικονομικού παιχνιδιού» και, στην συνέχεια, εναντιώνεται σε όσους «Λυσσάνε ενάντια στο Survivor» δηλαδή, μεταξύ των άλλων, στους «διανοούμενους» και «ελιτιστές» τους οποίους και χλευάζει. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο «Δρόμος της Αριστεράς» αναδημοσιεύοντας το προαναφερόμενο ολοσέλιδο άρθρο, μένει πιστός στην παράδοσή του να προβάλει τις παραδοξολογίες του συρμού αδιαφορώντας για την αβυσσαλέα προχειρότητά τους που απάδει στα πολιτικά προτάγματα της εφημερίδας και τα ευτελίζει. (Σημείωση: Υπενθυμίζουμε τα σχετικά άρθρα μας 1) Ο ΣΥΡΙΖΑ ΚΑΙ Ο…ΠΑΠΑΣ! Και 2) «Αριστερά…ιερά λείψανα» που δημοσιεύτηκαν στην «Νέα Προοπτική» στις 18-10-2014 και στις 6-6-2015, αντίστοιχα. Ίσως μια εκ νέου ανάγνωσή τους να καταδείξει το επίκαιρον και το ουσιαστικώς βάσιμον της σημείωσής μας!).