Περί δικαστών…




Ι

Αυτές τις μέρες ολόκληρο το πανελλήνιο παρακολουθεί με ανάμεικτα συναισθήματα τα μάλλον ειδεχθή κονταροχτυπήματα μεταξύ της κυβέρνησης της Φιλοδέσποτης Αριστεράς και της αντιπολίτευσης σχετικά με την «ανεξαρτησία της δικαιοσύνης» και την καταστρατήγησή της. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι η κυβέρνηση θέλει να καθυποτάξει την δικαιοσύνη στις κομματικές — κυβερνητικές επιδιώξεις της καταπατώντας τις σχετικές επιταγές του Συντάγματος. Η κυβέρνηση αντεπιτίθεται κατηγορώντας την «Νέα Δημοκρατία» ότι ήταν εκείνη που έκανε αντισυνταγματικές παρεμβάσεις στην δικαιοσύνη όταν ήταν κυβέρνηση κι ότι σήμερα το επαγγελματικό σωματείο των λειτουργών της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης έχει μεταμορφωθεί σε γραφείο Τύπου της «Νέας Δημοκρατίας». Οι οθόνες του ηλεκτρονικού και οι σελίδες του έντυπου Τύπου κατακλύζονται από ανακοινώσεις, συνήθως πολεμικού χαρακτήρα, από σχόλια, συνήθως ειρωνικά, καυστικά ή εγκωμιαστικά και από σημειώματα, άρθρα και «αναλύσεις» που κινούνται σ’ όλο το φάσμα του προπεριγραφέντος δίπολου. Ίσως ασχοληθούμε αργότερα με όλα όσα γίνονται τώρα γύρω από την δικαιοσύνη, όταν κατασιγάσει ο θόρυβος και καταλαγιάσει ο κονιορτός αυτής της τόσο έντονης και ασυνήθιστης έντασης αντιπαράθεσης. («Η σκόνη είναι η διψασμένη αδελφή της λάσπης» έλεγε ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα στίχος 494-495. Αυτό ας μην το λησμονούμε, ειδικά τώρα!). Όταν θάρθει εκείνη η ώρα θα τροφοδοτήσουμε την σκέψη μας με τα γεγονότα της τωρινής επικαιρότητας αλλά θα φροντίσουμε να ξεπεράσουμε το επίκαιρο για να φτάσουμε στο πρότυπο. Μ’ άλλα λόγια, θα προσεγγίσουμε το παρόν και τις αντιπαραθέσεις περί «δικαστικής ανεξαρτησίας» που το διαπερνούν, μόνο και μόνο για να αποσπάσουμε το «διαχρονικό μυστικό» τους που με τόσην επιμέλεια αποκρύπτεται απ’ τους ανειλικρινείς διαπληκτιζόμενους. Θα φανεί ότι ο διαπληκτισμός τους και το ενδιαφέρον τους για την «ανεξαρτησία της δικαιοσύνης», είναι κίβδηλα, σαν πρωτομαγιάτικος λόγος επαγγελματία συνδικαλιστή.


ΙΙ

Μέχρι τότε ας εκφράσουμε κάποιες άλλες μερικότερες μεν, συναφείς δε με την «ανεξαρτησία της δικαιοσύνης» σκέψεις μας που μας τις «επέβαλε» η επικαιρότητα. Η Μαριάννα ΤΖΙΑΝΤΖΗ (στο εξής Μ.Τ) με άρθρο της στο ΠΡΙΝ της 23-7-2017 με τίτλο «Κάτι χειρότερο. Δικαστής», αναφέρει, μεταξύ άλλων, και τ’ ακόλουθα: «…Δεν είναι γραμμένη στο βιολογικό DNA των δικαστών η αδικία ή η τύφλωση, έχει όμως αποτυπωθεί στο κοινωνικό DNA τους η ταξική μεροληψία. Όλων των Ελλήνων η οικονομική κατάσταση επιδεινώθηκε, πλην των δικαστών, που οι μισθοί τους, χάρη «και» στη σημερινή κυβέρνηση παραμένουν προκλητικά υψηλοί… Και όπως λέγανε οι παλιοί, ΄΄δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων αυτό που καθορίζει το «είναι» τους, αλλά το κοινωνικό τους «είναι» καθορίζει τη συνείδησή τους΄΄. Και η κυβέρνηση φρόντισε ώστε το κοινωνικό είναι των δικαστών, των χαϊδεμένων παιδιών του συστήματος, να μην ταυτίζεται με το κοινωνικό είναι των κοινών θνητών». Κατά την συλλογιστική της αρθρογράφου μας οι μισθοί των δικαστών είναι, με την συμβολή και της σημερινής κυβέρνησης, «προκλητικά υψηλοί», διαμορφώνουν το «κοινωνικό DNA τους» και την «ταξική μεροληψία» τους· αυτό το «κοινωνικό είναι τους» δεν ταυτίζεται με το «κοινωνικό είναι των κοινών θνητών» το οποίο έχει επιδεινωθεί.

Το συμπέρασμα μιας τέτοιας συλλογιστικής αναβλύζει αβίαστα μόνο του: οι δικαστές είναι αντιδραστικοί και το δικαιοδοτικό τους έργο αντιλαϊκό διότι, λόγω των υψηλών αποδοχών τους, διαφορίζονται από το πλήθος των εργαζομένων. Έχουν δικά τους ταξικά συμφέροντα τα οποία υπερασπίζονται με την δικαιοδοτική τους λειτουργία. Ας μας επιτραπεί να συνεχίσουμε τον συλλογισμό της Μ.Τ διερωτώμενοι μήπως τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, το δικαιοδοτικό έργο των δικαστών θα ήταν φιλολαïκότερο, αν το «κοινωνικό τους είναι» πλησίαζε ή, ακόμη περισσότερο, ταυτιζότανε με «το κοινωνικό είναι των κοινών θνητών»; Ας καταστήσουμε γνωστό στους αναγνώστες μας ότι για πολλές δεκαετίες οι καθαρές αποδοχές των δικαστών ήσαν γλίσχρες, μόλις που επέτρεπαν στον δικαστή να ζει μια ζωή μάλλον στερημένη, στενόχωρη, ανελαστική. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα προκειμένου να παρασχεθούν σχετικές προσλαμβάνουσες παραστάσεις: στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ένας πρόεδρος πρωτοδικών, έγγαμος με δύο ανήλικα παιδιά και επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές διακοσίων χιλιάδων δραχμών, όσες ελάμβανε δηλαδή κι ένας «αρχιφύλακας Μ.Π.Σ» (Μη Παραγωγικής Σχολής) της ΕΛ.ΑΣ,. Κάτω από εκείνες τις συνθήκες ενδεχόμενη μετακίνηση – μετάθεση του δικαστή αποτελούσε γι’ αυτόν επώδυνη εμπειρία που τον αναστάτωνε σύγκορμα. Διαχρονικά οι αποδοχές των δικαστών ήσαν πάντα γλίσχρες. (Ένας «μεσαίος» υπάλληλος του 0.Τ.Ε, της Δ.Ε.Η ή της «Ολυμπιακής» είχε αποδοχές κατά πολύ μεγαλύτερες από έναν πρόεδρο εφετών.) Όλες εκείνες τις δεκαετίες κατά την διάρκεια των οποίων η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζονταν από έντονες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, οι Έλληνες δικαστές με την αναιμική οικονομική επιφάνεια συνεπεία των γλίσχρων αποδοχών τους, εκτελούσαν το δικαιοδοτικό τους έργο κατά τρόπο απόλυτα σύστοιχο με τα συμφέροντα της κυρίαρχης αστικής τάξης και σύμφωνο με τα επιτάγματα των πολιτικών εκφραστών της. Έφτασαν στο σημείο να επανδρώσουν τα έκτακτα στρατοδικεία της φασιστικής Χούντας και να συμμετέχουν σε επονείδιστες φρονηματικές διώξεις και δίκες. (Οι τιμητικές εξαιρέσεις ήσαν απελπιστικά ολιγάριθμες). Παραδόξως (για την συλλογιστική της Μ.Τ), οι γλίσχρες αποδοχές των ελλήνων δικαστών, το φτωχό «κοινωνικό τους είναι» ΔΕΝ τους μεταμόρφωσε σε φιλολαïκούς λειτουργούς, πολλώ δε μάλλον, δεν τους κατέστησε φορείς και υπερασπιστές της «προλεταριακής ιδεολογίας». Τουναντίον: ήσαν οι διαχρονικοί απηνείς διώκτες κάθε προοδευτικής ιδέας και δραστηριότητας. Το να παραθεωρείς τις πιο πάνω διαπιστώσεις σημαίνει ότι κρατάς «σβησμένη την δάδα της εμπειρίας»!

ΙΙΙ

Οι καλές αποδοχές, η εξασφαλισμένη θέση εργασίας, η εν γένει προσοδοφόρα επαγγελματική ενασχόληση ΔΕΝ αποκλείουν το πρωτότυπο, το προοδευτικό ή το ανατρεπτικό έργο. Κατ’ αντιστοιχίαν, οι ασήμαντοι μισθοί, οι επισφαλείς θέσεις εργασίας, η φτώχεια και η ανασφάλεια ΔΕΝ εγγυώνται, και δη άνευ ετέρου τινός, επαναστατική δραστηριότητα και κριτική σκέψη. Εκείνη η πολιτικά αρχαϊκή αντίληψη σύμφωνα με την οποία «ένα αδειανό κελλάρι γεννά οξυδέρκεια κι ένα γεμάτο τραπέζι εκλογικεύσεις» και συστημικές ενσωματώσεις, όζει χοντροκομμένου, μηχανικού υλισμού. Αν τα βάσανα δημιουργούσαν έργα ιδιοφυή, ο κόσμος θα ήταν γεμάτος αριστουργήματα. Τέλος, αν η φτώχεια και η στέρηση προκαλούσε κοινωνικό μετασχηματισμό, ο παράδεισος θα είχε φτάσει προ πολλού![1] Ο ίδιος ο Λένιν σάρκαζε, με έντονη αποδοκιμασία, κάποιον αφελή συνομιλητή του που ενθουσιωδώς ανέμενε, μετά νευρικής αδημονίας, ότι «το πεινασμένο στομάχι του άνεργου και του φτωχού θα ηλεκτροδοτήσει τον σπινθήρα της επαναστατικής σκέψης του εγκεφάλου του». Πόσο δίκιο είχε! Σύμφωνα με το απλοϊκό σκεπτικό: όποιος πληρώνει το γεύμα, δίνει και την παραγγελία. Συνακόλουθα, οι επικριτές της καπιταλιστικής κοινωνίας θα πρέπει υποχρεωτικά να είναι ενδεείς, πεινασμένοι, άρρωστοι. Όταν αντιτίθεσαι στην καπιταλιστική κοινωνία και, ταυτόχρονα, σε διακρίνει οικονομική ευμάρεια και άνεση, τότε, είσαι ολόκληρος μια αντίφαση. Όταν υπηρετείς επαγγελματικά τους κατασταλτικούς μηχανισμούς αυτής της κοινωνίας, και ταυτόχρονα τυχαίνει να είσαι προοδευτικός, τότε συγκροτείς μιαν ανυπόφορη αντίφαση! Η συλλογιστική με βάση την οποία οι οικονομικά ευκατάστατοι θα πρέπει υποχρεωτικά να υμνούν την καπιταλιστική κοινωνία, αντικαθιστά την σκέψη με την λογιστική. Μα και ο Ένγκελς ήταν εργοστασιάρχης και καπιταλιστής![2] Οι ζωές και οι ιδέες των ανθρώπων δεν ταυτίζονται υποχρεωτικά. Οι άνθρωποι δεν μπορούν απλώς να περισταλούν, παντού και πάντα, στην ζωή και τις ασχολίες τους. Ο νους είναι κάτι περισσότερο από την ύλη.[3]

ΙV

«Το κοινωνικό είναι καθορίζει την συνείδηση των ανθρώπων» έλεγαν οι παλιοί και επαναλαμβάνει η Μ.Τ. Όταν πρόκειται να κάνουμε αξιόπιστες προγνώσεις στατιστικού χαρακτήρα για την συμπεριφορά των συλλογικών μελών μιας ορισμένης τάξης, τότε το πιο πάνω αξίωμα είναι γενικά σωστό. Κανενός μεμονωμένου ατόμου όμως ο ρόλος δεν «καθορίζεται» από την ταξική του θέση. Η άποψη ότι οι άνθρωποι κυβερνώνται από ιστορικές αναγκαιότητες πέρα από τον έλεγχό τους προέρχεται από την εσφαλμένη αντίληψη των ιστορικών γεγονότων κατά την οποία ένας υψηλός βαθμός πιθανότητας γίνεται προς στιγμήν δεκτός ως βεβαιότητα! Άλλο πιθανότητα, έστω υψηλού βαθμού, και άλλο βεβαιότητα. Η υπερέμφαση στην οικονομική πλευρά της ιστορίας, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Ένγκελς, υποτιμάει ανεπιτρέπτως τον αλληλένδετο ρόλο του πολιτικού, του θρησκευτικού και των άλλων ιδεολογικών παραγόντων, έστω κι αν θεωρείται ο οικονομικός ως πρωτεύων. Εξάλλου, και η «θεωρία γίνεται κι αυτή υλική δύναμη μόλις γίνει κτήμα των μαζών».[4]

Αν, παρ’ όλα αυτά, βλέπουμε όχι πιθανότητες αλλά τάσεις που επιβάλλονται με «σιδερένια αναγκαιότητα», τότε καταλήγουμε ίσως αθέλητα, να «καταργούμε τον άνθρωπο από την Ιστορία του ανθρώπινου γένους» σύμφωνα με τα λόγια του Τοκβίλ.[5] Οι κοινωνικές διαδικασίες, λοιπόν, δεν παρίστανται σαν ντεντερμινιστικές εκδηλώσεις μιας αναγκαστικής, τάχα, πορείας γεγονότων. Κάθε ιστορική θεώρηση αποτελεί ένα ζήτημα πεποίθησης, που θεμελιώνεται, στην καλύτερη περίπτωση, μόνον πάνω στην πιθανότητα· ποτέ της δεν δικαιούται να διεκδικήσει την ακλόνητη βεβαιότητα. Το 1212 ξεκίνησε να γίνει η «Παιδική Σταυροφορία» μια και θεωρήθηκε ότι ο Πανάγιος Τάφος θα μπορούσε να απελευθερωθεί μόνον από τις τρυφερές ηλικίες, μέσω των οποίων ο Θεός θα φανέρωνε στον κόσμο τα θαύματά του! Ασφαλώς, δεν ήταν οικονομικά τα κίνητρα που έπεισαν χιλιάδες γονέων να στείλουν τα πλέον αγαπημένα τους πρόσωπα σε βέβαιο θάνατο.[6] Δεν πρέπει, λοιπόν, να αγνοείται η ανθρώπινη εμπειρία – όπως διερμηνεύεται με διαύλους την συνείδηση και την πολιτισμική έκφραση, ως παράγοντας του κοινωνικού γίγνεσθαι. Η συγκινησιακή και ηθική επίγνωση του ανθρώπου συνιστούν στοιχεία της κοινωνικής ολότητας![7]       

V

Παλαιότερα (αλλά όπως αποδεικνύεται και σήμερα ακόμη) κάποιοι αριστεροί διανοούμενοι θεοποιούσαν τον προλετάριο, τον άνεργο, τον φτωχό, τον άνθρωπο που τον μάστιζε ανυπαιτίως η ανέχεια και η ένδεια. Τελούσαν γύρω απ’ αυτόν ένα είδος κανονικής λατρείας που προσλάμβανε δεισιδαιμονικές διαστάσεις. Έφτασαν στο σημείο να μιμούνται τα σχήματα της προλεταριακής ζωής, που ο δύστυχος εργάτης τα υιοθέτησε απλώς από ανάγκη.[8] Ακόμη και ο νεαρός Καρλ Πόππερ, καίτοι τον διέκρινε οικονομική ευμάρεια, όντας (στα νιάτα του) εμφατικά αριστερός ήταν τόσο πολύ ρομαντικά δεμένος με το προλεταριάτο ώστε για αρκετά χρόνια προσπάθησε να γίνει ανειδίκευτος εργάτης πρώτα στην οδοποιία και μετά στην επιπλοποιία.[9] Εν κατακλείδι: Το ελληνικό δικαιοδοτικό σύστημα ήταν πάντα συντηρητικό και, συχνά-πυκνά, αντιδραστικό πολιτικά και ιδεολογικά. Η μακρόχρονη πενία των Ελλήνων δικαστών ΔΕΝ στάθηκε ικανή να τους μεταμορφώσει σε προοδευτικούς. Τουναντίον, όσο πιο πένητες ήσαν τόσο πιο αντιδραστικοί γινόντουσαν! Ισχυροποιόταν η εσωτερική ιεραρχική εξάρτησή τους, αποδυναμώνονταν ο ψυχισμός τους, μειωνόταν η αυτοπεποίθησή τους, ήταν πιο επιρρεπείς στις πιέσεις. (Ουαί κι αλίμονο στην δικαιοσύνη που έχει ανάγκη από ήρωες για να παραμείνει δικαιοσύνη!). Το δικαιοδοτικό σύστημα είναι κάτι πιο κει από το άθροισμα των δικαστών του: ακόμη κι αν οι «συγκλητικοί είναι αγαθοί άνδρες, η σύγκλητος είναι κακό θεριό». (senatores boni viri senatus autem mala bestia).
                                                       
24- VII – 2017
                                                      Πέτρος Πέτκας

Σημείωση: Συναφείς σκέψεις που αναφέρονται στους Ἐλληνες αστυνομικούς βλέπε στο άρθρο μας με τίτλο «Τα Παιδιά του Λαού»




[1] Βλ. Ράσελ Τζάκομπι, Το τέλος της ουτοπίας. Πολιτική και κουλτούρα σε μια εποχή απάθειας. Εκδόσεις Τροπή, σελ. 168
[2] Βλ. του ίδιου πιο πάνω, Οι τελευταίοι διανοούμενοι, εκδόσεις Νησίδες, σελ. 203 και 258
[3] βλ. ό.π, σελ 39
[4] βλ. G.E.M DE STE CROIX, Ο ταξικός αγώνας στον αρχαίο ελληνικό κόσμο από την Αρχαϊκή Εποχή ως την Αραβική Κατάκτηση, εκδόσεις Ράππα, σελ. 51,52
[5] παρατίθεται στο Ηannah Arendt, To ολοκληρωτικό σύστημα, εκδόσεις Ευρύαλος, σελ. 90
[6] βλ. Ρούντολφ Ρόκερ, Εθνικισμός και Πολιτισμός, εκδόσεις Άρδην, Α’ τόμος, σελ. 31, 32, 39
[7] βλ. Πασχάλη Μ.Κιτρομηλίδη, Ιώσηπος Μοισιόδας. Οι συντεταγμένες της Βαλκανικής σκέψης τον 18ο  αιώνα. ΜΙΕΤ, σελ. 23
[8] Παράβ. Έρνστ Τόλλερ, Ήμουν ένας Γερμανός, Η αυτοβιογραφία ενός επαναστάτη. Εκδόσεις Ερατώ, σελ. 375
[9] βλ. Ράσελ Τζάκομπυ, Ασαφής εικόνα. Ουτοπική σκἐψη για μιά αντιουτοπική εποχή. Εκδόσεις Νησίδες, σελ. 53.

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου