«Το παρελθόν είναι ένα ύφασμα»


αλλά το μεγάλο στοίχημα
είναι να διατηρήσουμε
αναμμένη τη μικρή
σταγόνα της βροχής

Δημήτρης Τρωαδίτης




Ο Μίλαν Κούντερα είχε κάποτε αντιστοιχίσει τους αγώνες των ανθρώπων ενάντια στην εξουσία με τη μάχη της μνήμης κόντρα στη λήθη. Αυτή η παρατήρηση προσδιορίζει ένα από τα βασικότερα καθήκοντα του αντιεξουσιαστικού κινήματος και ταυτόχρονα ένα διαρκές πεδίο εντάσεων μεταξύ των απλών ανθρώπων και της εξουσίας. Μιλάμε, φυσικά, για την μάχη της ιστορίας. Γιατί στους αιώνες που διατρέχουν την ανθρώπινη σκηνή, η ιστορία επιχείρησε ουκ ολίγες φορές να γίνει η γλώσσα μέσα από την οποία η εξουσία προσπάθησε να δικαιωθεί, νομιμοποιώντας εκ των υστέρων τις αξιώσεις κυριαρχίας της. Η Ιστορίας τής εξουσίας, αυτή η «Ι» κεφαλαίο, δεν είναι όμως τίποτα παραπάνω από ιδεολογία, ένα χρυσοστολισμένο και κακόγουστο ψέμα. 

 Υπάρχει όμως και μια άλλη ιστορία. Αυτή που διασώζει τις αγωνίες των απλών ανθρώπων. Αυτή που για να τη βρεις πρέπει να σκαλίζει σαν τυμβωρύχος κάτω τα βαριά γεωλογικά στρώματα των μεγάλων αφηγήσεων. Εκεί που υπάρχουν διασκορπισμένα και κατακερματισμένα τα κεραμικά θραυσμάτων των αγώνων του πέρασαν. Η δουλειά δεν σταματάει εδώ. Τα υπολείμματα οφείλουν να καθαριστούν από τη χρόνια λάσπη, να συγκολληθούν με ευλάβεια για να ανασυγκροτήσουν εν συνόλω, συναισθητικά, το παρελθών. 

Ένα τέτοιο επίπονο έργο ξετυλίγεται στις σελίδες του βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας. Συγγραφέας του, ο Δημήτρης Τρωαδίτης που με την παρούσα έκδοση ολοκληρώνει έναν ερευνητικό άθλο που κράτησε σχεδόν 30 χρόνια. Έργο σημαντικό και μοναδικό στην έκτασή που παρά τις τρομακτικές δυσκολίες και με δεδομένη την παντελή απουσία συστηματικών αρχείων και οργανωμένων βιβλιοθηκών, ολοκλήρωσε όντας ο ίδιος στην άλλη άκρη της γης· στην Μελβούρνη της Αυστραλίας όπου ζει μόνιμα τις τελευταίες δεκαετίες. Παρά τις δεδομένες δυσκολίες η δουλειά του Τρωαδίτης συλλέγει ένα εντυπωσιακό σε όγκο και ποιότητα σύνολο στοιχείων, παρέχοντας  και συστηματική τεκμηρίωση. Μια δουλειά που έρχεται, δυστυχώς, σε αντίθεση με την συνήθη προχειρότητα αντίστοιχων εγχειρημάτων.[1]

Μέσα από τις σελίδες του παρόντος ο Τρωαδίτης ξαναζωντανεύει στιγμιότυπα μιας ιστορίας που μοιάζει χαμένη πίσω από τις σκονισμένες σελίδες των επίσημων αρχείων. Στιγμιότυπα αγώνων που, όπως και κάθε ενοχλητικής αρθρογραφίας που διαβρώνει την απαστράπτουσα εικόνα του εθνικού αφηγήματος, μένουν συστηματικά υποφωτισμένα από την επίσημη ιστοριογραφίας. Πρόκειται για σταθμούς της ιστορίας και της δράσης των πρώτων αναρχικών, ελευθεριακών και ουτοπικών σοσιαλιστών που έδρασαν από τα μέσα του 19ου αιώνα και εντεύθεν στον ελλαδικό χώρο. Μέσα σε αυτά παρελαύνουν οι πρωτοπόροι των ελευθεριακών και σοσιαλιστικών ιδεών: επτανήσιοι ριζοσπάστες και ουτοπικοί σοσιαλιστές, οι Γάλλοι σαινσιμονιστές, οι Έλληνες γαριβαλδινοί, ο Φραγκίσκος Πυλαρινός, ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, οι Ιταλοί πολιτικοί πρόσφυγες του 1848, ο Αμιλκάρε Τσιπριάνι, ο Εμμανουήλ Δαούδογλου, ο Γκουστάβ Φλουράνς, ο Δήμος Παπαθανασίου, ο γιο του εθνικού ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλος, ο Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος και πολλοί άλλοι. Στην συνέχεια το νήμα της αφήγησης πάει στους αναρχικούς της Πάτρας και του Πύργου, στο Δημοκρατικό Σύλλογο, στον Γιάννη Μαγκανάρα και Δημήτρη Καραμπίλια, στην εφημερίδα Επι τα Πρώσω, στο Νέον Φως, στους εργατικούς και αγροτικούς αγώνες τα χρόνια της σταφιδικής κρίσης. Ακολουθούν οι αγωνιστές της Αθήνας, οι αναρχικοί εργατικοί σύνδεσμοι, οι λέσχες, μορφές όπως ο Σταύρος Καλλέργης και ο Ηρακλής Αναστασίου και πολλοί άλλοι. Ειδικό κεφάλαιο αφιερώστε στους μεγάλους και ηρωικούς αγώνες των αναρχοσυνδικαλιστών στον Βόλο και στην Λάρισα, στις καπνεργατικές απεργίες και στις αγροτικές εξεγέρσεις. Η γέννηση του οργανωμένου εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, οι ηρωικής απεργείς όπως της Σερίφου και η συμβολή των αναρχικών περιγράφονται μέσα από το κεφάλαιο που αφιερώνεται ειδικά στη μορφή του Κωνσταντίνου Σπέρα. Ένα απάνθισμα από αναρχικά και ελευθεριακά εγχειρήματα, προσωπικότητες και οργανώσεις, από όλον τον ελλαδικό χώρο κλείνουν το βασικό σκέλος του βιβλίου. Ακολουθεί ένα εκτενές παράρτημα που περιέχει κατά βάση πρωτογενή κείμενα των βασικών πρωταγωνιστών της ιστορίας

Εύστοχα ο συγγραφές επισημαίνει στο πρόλογο πως αυτό το βιβλίο δεν είναι μια τελική ιστορία για τους αναρχικούς που έδρασαν στον ελλαδικό χώρο, αλλά ούτε και η μόνη. Η περιπέτεια της συγγραφή της άρχισε για τον ίδιο πολύ παλιά, όταν δημοσίευσε μια πρώτη συνοπτική του έρευνα σε μορφή μιας μικρής μπροσούρας, αλλά δεν τελειώνει με την έκδοση αυτού του τόμου. Θα ήταν ευχής έργων να αποτελούσε το έναυσμα ώστε και άλλοι αγωνιστές να βουτήξουν στον ωκεανό τον ιστορικών αρχείων επιδιώκοντας να ανακαλύψουν και άλλες από τις κρυφές γωνιές μιας ιστορίας που γράφεται και ξαναγράφεται ενόσω γεννιέται· μιας ιστορίας που προχωράει ξεχορταριάζοντας τα δύσβατα μονοπάτια προς τα πίσω, κοιτώντας όμως πάντα προς τα εμπρός, προς την ουτοπία

Ο Τρωαδίτης δεν είναι ακαδημαϊκός ιστορικός, δεν επιδιώκει να γράψει ιστορίας για ειδήμονες. Γι' αυτό και ο αναγνώστης δεν θα βρει εδώ την ψυχρή γλώσσα της δήθεν αξιολογικής ουδετερότητας —πως όλος τυχαίως μεροληπτεί πάντα υπέρ της δικαίωσης των ισχυρών—  αλλά μια γλώσσα γειωμένη και καθημερινή. Αυτό δίνει στο κείμενο μια απλότητα που συμβαδίσει τόσο με το περιεχόμενο όσο και με την ηθική στάση τους αναρχικού κινήματος. Απορρίπτει τις εύκολες γενικεύσεις, τις διθυραμβικές κορώνες και τις επικές φανφάρες, επιλέγοντας μια αφηγηματική λιτότητα που συνταιριάζεται με την σεμνότητα των αγωνιστών της ιστορίας του. Άνθρωπος ευαίσθητος ο ίδιος, με πένα ασκημένη στην ποίηση, περισυνέλεγε για χρόνια, σαν πολύτιμα πετράδια, τα θραύσματα μιας ιστορίας σχεδόν ξεχασμένης.

Γράφει σε ένα ποίημα του «χρειάζεται τόλμη / ν’ αγαπήσεις ακόμα / και την ύστατη / σταγόνα δάκρυ». Αυτή την τόλμη φανερώνει η εργώδης προσπάθειά του να ανασυγκροτήσει μια ιστορία, το νήμα της οποίας ξεκινάει τόσο παλιά και μοιάζει κάποια στιγμή να χάνετε. Αυτό, ίσως, αφήσει πολλούς από τους αναγνώστες με κάποια ερωτηματικά: τι απέγιναν όλοι αυτοί οι αγώνες; γιατί δείχνουν όλα να σταματούν στις αρχές του 20ου αιώνα; τι παρακαταθήκη άφησαν στους μελλοντικούς αγωνιστές, στην ίδια την ιστορίας της ταξικής πάλης; Υπάρχει εδώ μια φαινομενική —κατά τη γνώμη μας— ιστορική ασυνέχεια η οποία πρέπει να εξηγηθεί. Η ιστορική ασυνέχεια του ελευθεριακού ρεύματος, ή αν προτιμάται του ρεύματος του α-κρατικού, αντιεξουσιαστικού σοσιαλισμού, στον ελλαδικό χώρο, οφείλετε εν μέρει στο γεγονός πως ενώ αρχικά εισήχθη ως ένα ρεύμα ριζοσπαστών διανοουμένων και εργατών (μέσα του 19ου αιώνα, αρχές 20ου — περίοδο που φωτίζει το παρόν βιβλίο) μετά την μεταπολίτευση του 1974, επηρεασμένο από τα απόνερα των νεολαιίστικων κινητοποιήσεων, υιοθετήθηκε κυρίως από τμήματα του κοινωνικού και νεολεϊοστικου αντεργκράουντ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνει πλέον ορατή, με μια πρώτη ματιά, η συνέχεια των ιδεών, που —κατά τη γνώμη μας— υπήρχε διαχρονικά μέσα στον ελλαδικό χώρο. Και αυτή η συνέχεια είναι ευδιάκριτη μέσα σε ρεύματα και ομάδες που δρουν στις πρώτες δεκαετίες και 20ου αιώνα και μέχρι το τέλος της δικτατορίας και μπορεί να μην υιοθετούν την παραδοσιακή αναρχική συμβολοποιά αλλά είχαν άριστους δεσμούς περιεχομένου, θεωρίας και πράξης, μαζί της. Αυτή, όμως, είναι μια συζήτηση που ανοίγει μετά την τελευταία σελίδα αυτού του βιβλίου, καθώς η εργασία του Τρωαδίτης, από μεθοδολογική σεμνότητα και βαθιά γνώση της αντίφασης ενός εγχειρήματος αναρχικής ιστοριογραφίας, δεν ανοίγει.

Μίλησα για μια αναρχική ιστοριογραφία. Μπορεί άραγε να υπάρχει κάτι τέτοιο, και με ποίες προϋποθέσεις; Το εγχείρημα μιας αναρχικής ιστοριογραφίας μοιάζει με αντίφαση εν τοις όροις, στο βαθμό που η ιστορία δεν θεωρείται μόνο η αφήγηση των νικητών αλλά και η επίσημη γλώσσα της θεσμικής εξουσίας. Η ιστορία ως μέθοδος ενέχει ένα θεμελιώδες εξουσιαστικό χαρακτηριστικό· την απαίτηση  να αφηγηθεί εκ των υστέρων, να περιοδολογίσει και να εξηγήσει με βάσει τις τωρινές της βλέψεις το ζωντανό βίωμα των πρωταγωνιστών της. Και στην προσπάθειά της αυτή, η ιστορία, αξιώνει συνήθως περγαμηνές εγκυρότητας υψηλότερες από τις ίδιες τις πηγές της. Το εγχείρημα μιας αναρχικής ιστορίας, λοιπόν, πέραν των άλλων δυσκολιών εμπεριέχει και ένα κρίσιμο μεθοδολογικό πρόβλημα, καθώς πρέπει να βρει εκείνους τους τρόπους αφήγησης που δεν θα πέσουν στις συνήθεις μεθοδολογικές αξιώσεις κυριαρχίας.

Στον αντίποδα αυτών των παγιωμένων πρακτικών στέκεται η προσπάθεια τη Δημήτρη Τρωαδίτη.  Η ιστορία του Τρωαδίτη δεν αξιώνει μια ενιαία αφήγηση, δεν είναι ιστορία αλλά ιστορίες· στιγμιότυπα που έλαβαν χώρα στο παρασκήνιο της νεότερης ιστορίας το ελληνικό κράτος – κατά και ενάντια σε αυτό. Μίλησα για «ιστορίες» όχι τυχαία, ακριβώς όπως οι εξεγερμένοι Ζαπατίστας αρέσκονται στο να μιλούν για τις πολλές διαφορετικές εκδοχές των περασμένων, που ισαπέχουν πάντα από την αλήθεια. Στον Τρωαδίτη οι ιστορίες έχουν να κάνουν με ένα βαθύ σεβασμό στους ίδιους τους πρωταγωνιστές τους οποίους αφήνει να «μιλούν» μόνοι τους μέσα από τις πρωτογενείς πηγές και οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως υποκείμενα — διαμορφωτές της ιστορίας και δευτερευόντως ως αντικείμενα μελέτης. Παρά το γεγονός πως το βιβλίο του Τρωαδίτη επιχειρεί μια ιστορική σύνδεση όλων των αναρχικών αγωνιστών που έδρασαν στον ελλαδικό χώρο, η σύνδεση δεν προσπαθεί να τους εντάξει εκ των υστέρων σε ένα a priori αποφασισμένο μοντέλο επιβάλλοντας π.χ. την εικόνα μιας συμπαγούς πολιτικής συνέχεια, αλλά να προβάλει άγνωστα στιγμιότυπα μιας πορείας αγώνων. Μιας πορείας όμως με εναλλαγές, αντιθέσεις, ιστορικές παύσεις και ασυνέχειες, που δυσκολεύουν μη νόμιμες ερμηνείες και αναγωγές πέραν αυτών που αβίαστα βγαίνουν από τα ίδια τα ντοκουμέντα. 

Η αφήγηση του Τρωαδίτη συνδέει αγωνιστικά παραδείγματα που έδρασαν, όπως λέει χαρακτηριστικά, στον ελλαδικό χώρο και όχι στο Ελληνικό κράτος. Αυτή δεν είναι μια αντικρατική λεκτική εμμονή του αλλά μια ουσιαστική μεθοδολογική απόφαση. Γιατί αντίθετα με την κρατούσα αντίληψη που θέλει το νεοτερικής κράτος ή οποιαδήποτε παλαιότερη μορφή θεσμική κυριαρχίας ως συγκροτητικό στοιχεία της κοινότητα, ο Τρωαδίτης, γνωρίζοντας πως αυτό ενέχει μια ιδεολογική μεροληψία, το αποφεύγει. Η ιστορία του επιλέγει μια γεωγραφική αλλά κυρίως κοινοτιστική μεθοδολογική οριοθέτηση, επιλέγοντας να εξετάσει περιόδους, πρόσωπα και γεγονότα που δεν περικλείονται ούτε στα θεσμικά όρια του κράτους, ούτε στα όρια του ελληνικού έθνους ή γλώσσας, αλλά συνδέονται με σχέσης επαφής, κοινότητας ιδεών, αλληλτροφοδοσίας αγώνων και εμπειρίας.  

Μέσα από αυτό το βιβλίο, ο Τρωαδίτης μας παρουσιάζει ουσιαστικά και μια πρόταση για το πως μια αναρχική θεώρηση της ιστορίας μπορεί να υπάρχει. Και μπορεί να υπάρξει μόνο στο βαθμό που α) εγκαταλείπει την αξίωση να επιβληθεί εκ των υστέρων στα πράγματα, φορτώνοντας τα με σχήματα και ερμηνείες που δεν προκύπτουν αβίαστα από αυτά ή εντάσσοντάς τα σε πάσης φύσεως ιδεολογικές μεροληψίες β) αρνείται το νεοτερικό κράτος ή κάθε άλλη θεσμική μορφή τοπικού ή διεθνούς εξουσιασμού ως συγκροτητικό στοιχείο της ανθρώπινης κοινότητας, επιλέγοντας άλλες οριοθετήσεις —χωρίς ποτέ να αφήνει αδιαπέραστα όρια— που βασίζονται στην ανθρώπινη διάδραση και πολιτισμική επαφή και γ) δίνει απόλυτη μεθοδολογική προτεραιότητα στον άνθρωπο· υποκείμενο και διαμορφωτή της ανθρώπινης ιστορίας. Το τελευταίο ακούγεται κάπως ιδεαλιστικό ή γενικόλογο, όμως δεν είναι. Γιατί ξέρουμε πολύ καλά πως κάθε φορά πως η η ιστορία (κρατική ή μη, δεξιά ή αριστερή) έβαλε την Ιστορία πάνω απ τον άνθρωπο η έκβαση έφερε κρεματόρια, γκιλοτίνες ή γκούλαγκ. Ο άνθρωπος οφείλει να είναι πάντα ο τελικός και ο διαρκής σκοπός κάθε προσπάθειας για μια άλλη κοινωνία. Γιατί αν η αξίωση για μια άλλη ζωή ξεπεράσει το μέτρο του ανθρώπου, στρέφεται αναγκαστικά ενάντια στα ιδεώδη και τους σκοπούν που την κίνησαν.

Γράφουμε ιστορία για να αντισταθούμε στη λήθη και δια αυτού του αλτήρα να αλλάξουμε τη ζωή. Όχι για να επιβληθούμε στην πραγματικότητα, όχι για να εξουσιάσουμε. Ο τρόπος που γράφουμε, η μέθοδό μας, είναι ομόλογος με τον τρόπο που θέλουμε να ζήσουμε, με τις αξίες μια κοινωνίας που φέρνουμε μέσα μας. Στον αντίποδα του πανεπόπτη ιστορικού, ο αγωνιστής που βλέπει την ιστορία μπροστά στον διευρυμένο ορίζοντα του ιστορικού χρόνου, εστιάζει στη στιγμή για να αναδείξει την σπουδαιότητα των λεπτομερειών της. Καθόλου τυχαία μια αντίστοιχη αισθητική επιλογή συναντάμε και στην ποίηση του συγγραφέα, με το Δώδεκα και μια στιγμές υπόληψης[2] να είναι ίσως το χαρακτηριστικότερα παράδειγμα. Θραύσματα που αναδεικνύουν μια συστηματική προσπάθεια να αναδυθεί το απλό, καθημερινό και (ίσως) μικρό, αυτό όμως που είναι το κρίσιμο και ουσιώδες για το μέτρο του ανθρώπου.  Η αγωνία αυτής της οπτικής γωνίας, μιας ιστορίας της στιγμής, είναι να μην χαθούν οι άνθρωποι μέσα από την ιστορία, να μην πνιγούν οι μικροί και μεγάλοι τους αγώνες μέσα στο σκοτεινό πηγάδι του χρόνου.

Σε ένα ποίημα του γράφει «ξέρουμε ότι το παρελθόν είναι ένα ύφασμα που κόβεται με ψαλίδι αλλά οι χειρουργικές μας επεμβάσεις χάνονται σε βάθος χρόνου». Αυτά που χάνονται στο βάθος είναι αυτά που πρέπει να σωθούν. Γιατί αν χάσουμε τον αγώνας της μνήμης δεν θα έχουμε χάσει μόνο την ελπίδα ενός μέλλοντας άξιου να το ζήσουμε αλλά και την ησυχία του παρελθόντος. Γιατί αν χάσουμε την μνήμη ούτε οι νεκροί μας δεν θα μπορούν και κοιμούνται ήσυχοι.







[1] Σημαντική εξαίρεση στον κανόνα αυτό αποτελεί το πρόσφατο βιβλίο του Χρήστου Χαρμπίλα «Οι αναρχικοί της Πάτρας και του Πύργου. Τέλη 19ου-αρχές 20ού αιώνα: Διασυνδέσεις, επιρροές, ο πολιτικός τους ρόλος» εκδόσεις Opportuna, 2014
[2] Δημήτρης Τρωαδίτης «υπολήψεις – απόπειρες» εκδ. Το Κόσκινο, Μελβούρνη, 2013

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου